Αποδοχή χωρίς όρους. Είναι μια φράση που την ακούμε συχνά, αλλά πόσο συχνά τη ζούμε;

Ως γονέας παιδιού στο φάσμα του αυτισμού και ταυτόχρονα ως εκπαιδευτικός, η έννοια αυτή δεν είναι μόνο θεωρία. Είναι πράξη. Είναι επιλογή. Και κάποιες μέρες, είναι και αγώνας.

Γιατί η αποδοχή δεν είναι εύκολη. Δεν είναι κάτι που συμβαίνει αυτόματα επειδή «αγαπάς» ή «νοιάζεσαι». Είναι μια διαδικασία. Ένα συνεχές ξεγύμνωμα των προσδοκιών μας, των κοινωνικών μας φίλτρων, του «τι θα πουν οι άλλοι». Είναι καθημερινή προσωπική εργασία.

Πριν φτάσουμε στην αποδοχή…

Χρειάστηκε να αποδεχτώ πρώτα τον εαυτό μου – με τα όριά μου, τις ενοχές μου, τις λάθος αντιδράσεις, την κούραση, την ανάγκη να τα ελέγχω όλα. Χρειάστηκε να αποδεχτώ ότι δεν είμαι «πάντα ψύχραιμη», ούτε «τέλεια μαμά» ή «τέλεια εκπαιδευτικός». Κι ότι αυτό είναι εντάξει.

Αποδοχή είναι…

Να βλέπεις το παιδί σου να εκφράζεται με έναν τρόπο «μη τυπικό» και να μην προσπαθείς να το αλλάξεις για να ταιριάξει σε «κουτάκια». Να το συνοδεύεις εκεί που βρίσκεται, χωρίς να το σπρώχνεις να γίνει κάτι που δεν είναι.
Να σταματάς να λες «αν μόνο μπορούσε να…» και να αρχίζεις να λες «κοίτα τι μπορεί ήδη να κάνει».
Όταν ένα παιδί επιλέγει να μην συμμετέχει σε μια ομαδική δραστηριότητα γιατί το υπερφορτώνει, και αντί να το πιέσω, του δίνω εναλλακτική που σέβεται τα όριά του.
Όταν δεν αντιδρώ με ντροπή ή άγχος αν το παιδί μου κάνει κάτι που «τραβάει βλέμματα». Αντίθετα, μένω δίπλα του ήρεμη, μεταδίδοντας πως είναι απολύτως εντάξει να είσαι ο εαυτός σου.
Όταν επιλέγω να μιλήσω ανοιχτά για τη νευροδιαφορετικότητα, όχι για να εξηγήσω «τι δεν πάει καλά», αλλά για να υπενθυμίσω τι πάει καλά όταν βλέπουμε με σεβασμό και ενσυναίσθηση.

Αποδοχή χωρίς όρους είναι να βλέπεις τον άλλον. Όχι όπως θα ήθελες να είναι. Όπως είναι. Και να λες: «Είσαι εντάξει. Είσαι αρκετός. Είμαι εδώ μαζί σου.»

Και για να το πεις αυτό με αλήθεια, χρειάζεται πρώτα να έχεις πει τα ίδια λόγια στον εαυτό σου.